3/11/09

ασφάλεια

.
αλληλεγγύη, αμεταβλητότητα, άμυνα, ανυπαρξία κινδύνου, (το) απαραβίαστο, απουσία κινδύνου, (το) απρόσβλητο, ασπίδα (προστασίας), αστυνόμευση, αστυνομία, αστυνομική υπηρεσία, αστυνομικό τμήμα, αστυφυλακή, ασυλία, (το) ασφαλές, ασφαλιστική + εταιρεία / κάλυψη / σύμβαση, ασφάλιστρο, ατρωσία, (το) άτρωτο(ν), άτρωτος/-η/-ο, αφοβία, βασιμότητα, βεβαιότητα, διακόπτης (ηλεκτρικού κυκλώματος), διαφύλαξη, (καταβαλλόμενη) εγγύηση (για / προς εξασφάλιση δανείου), εγκοπή (όπλου), εδραιότητα, έλλειψη κινδύνου, εξασφάλιση, θωράκιση, ιατροφαρμακευτική + κάλυψη / παροχή, κάλυψη, κατωχύρωση, κλειδαριά, κλειδωνιά, μονιμότητα, όργανα τάξης, ορθότητα, οχυρότητα, οχύρωση, παγιότητα, πεποίθηση, περιφρούρηση, πόλιτσα, ποσό ασφάλισης, προστασία, προφύλαξη, πυρασφάλεια, σεκιουριτά(δε)ς, σεκιούριτι, σιγουράδα, σιγούρεμα, σιγουριά, σταθερότητα, στερεότητα, συμβόλαιο ασφάλισης, συνοδεία, σωματοφυλακή, (αστυνομικό) τμήμα, φρουρά, φρούρηση, (σωματο)φύλακας, φύλαξη, χωροφυλακή
.

Δεν υπάρχουν σχόλια: