20/1/10

ανατολίτικος

.
από + τη Μέση Ανατολή / τη Μικρά Ασία / την Ανατολία / την Εγγύς Ανατολή / τις χώρες της Ανατολής [κ.λπ.], αραβικός, κωνσταντινουπολίτικος, μικρασιατικός, οριεντάλ (oriental), περσικός, πολίτικος, του Ανατολίτη, τούρκικος / τουρκικός, τουρκογενής
.

Δεν υπάρχουν σχόλια: