22/1/10

επιβάλλω

.
αναγκάζω [κάποιον] σε, βάζω + με το ζόρι / πάνω / πλώρη, διατάσσω / διατάζω, εισάγω, επιθέτω, επιτάσσω, θεσπίζω, καθιερώνω, καθιστώ υποχρεωτικό, κάνω να + επικρατήσει / εφαρμοστεί / ισχύσει [κ.ά.], καταφέρνω να + περάσω / πετύχω / εφαρμόσω [κ.λπ.], κελεύω, ορίζω, περνάω / περνώ, προστάζω, υπαγορεύω, υποχρεώνω σε
.

Δεν υπάρχουν σχόλια: