25/7/09

εξασφαλίζω

.
αποκαθιστώ, αποκατασταίνω, αποκτώ, αποκτώ + από/κάπως/με κάποιον τρόπο, ασφαλίζω, βγάζω, επιτρέπω, επιτυγχάνω + / πετυχαίνω + με βεβαιότητα / όλως ασφαλώς, θέτω σε ασφάλειακαθιστώ + ασφαλές / δυνατό, καταφέρνω, κατοχυρώνω, πετυχαίνω, προμηθεύομαι, προφυλάγω, σιγουράρω, σιγουρεύω
.

Δεν υπάρχουν σχόλια: