23/12/09

σπρώχνω

.
αβαράρω, απαυτώνω, αποδιώχνω, απομακρύνω, απωθώ, ασκώ + δύναμη / πίεση, αψώνω, βάζω + δύναμη / στα αίματα, βιάζω, βοηθάω, βοηθώ, γαμάω, γαμώ, γίνομαι αιτία, διαγκωνίζομαι, δίνω + σπρωξιά / συμβουλή / ώθηση [κ.λπ.], διώχνω, ενθαρρύνω, εξορκίζω, εξωθώ, επισπεύδω, επιταχύνω, κάνω / κάμνω, κάνω σεξ, κεντρίζω, κινώ, μετακινώ, μετατοπίζω, παίρνω, παραγκωνίζω, παρακινώ, παραμερίζω, παρορμώ, παροτρύνω, παρωθώ, πατάω, πατώ, πάω, πετάω, πετώ, πηγαίνω, πηδάω, πηδώ, πιέζω, προκαλώ, προτρέπω, προχωράω, προχωρώ, προωθώ, σκουντάω, σκουντώ, σπιρουνίζω, στριμώχνω, σφίγγομαι, συμβουλεύω, υποδεικνύω, υποκινώ, υπομοχλεύω, υποστηρίζω, φθάνω, φουσκώνω, φτάνω, φυσάω, φυσώ, ωθώ
.

Δεν υπάρχουν σχόλια: